Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2018

Η εξωτερική πολιτική και η εσωτερική μικροπολιτική

Του Γιάννη Παρασκευόπουλου*

Αρκετές φορές έχω αναρωτηθεί πώς θα ήταν τα πράγματα αν, το κρίσιμο φθινόπωρο του 1991 που η μέχρι τότε Γιουγκοσλαβική Μακεδονία ανακήρυσσε την ανεξαρτησία της, η Ελλάδα είχε επιλέξει μια πολιτική έγκαιρης εμπιστευτικής συνεννόησης: προσφορά πολιτικής και διπλωματικής στήριξης από την ελληνική πλευρά, με αντάλλαγμα ένα βιώσιμο πλαίσιο καλής γειτονίας και οριοθέτηση του αυτοπροσδιορισμού τους ώστε να αφήνει χώρο και για την ελληνική Μακεδονία.

Την εποχή εκείνη η ταυτότητα του νέου κράτους ήταν ακόμη υπό διαμόρφωση, οι πολιτικοί του ζούσαν με τον φόβο μιας σερβικής εισβολής και μια ενδεχόμενη στήριξη της Ελλάδας είχε ζωτική σημασία γι’ αυτούς. Όλα όσα συμφωνήθηκαν το 2018, ήταν εφικτό να είχαν συμφωνηθεί από το 1991-2 με πολύ καλύτερους όρους και να είχαν παρουσιαστεί από τους γείτονες ως εκούσιες πολιτικές επιλογές τους ως χειρονομίες φιλίας προς την Ελλάδα σε αναγνώριση μιας πολύτιμης στήριξης που θα είχαν λάβει.


Το γιατί δεν εξελίχθηκαν τα πράγματα έτσι, δεν έχει να κάνει μόνο με την αμηχανία των τότε ελληνικών ηγεσιών. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ως πρωθυπουργός αναζητούσε τρόπους να ανακόψει τη συχνή και έντονη εσωκομματική αμφισβήτηση του Μ. Έβερτ, ως κύριου δελφίνου. Η διέξοδος που βρήκε ήταν να αναδείξει ο ίδιος (και να προικίσει με το «λαμπερό» υπουργείο Εξωτερικών) έναν άλλο δελφίνο, νεότερο και δημοφιλέστερο. Ο νέος δελφίνος ήταν ο Αντ.Σαμαράς και η συνέχεια είναι γνωστή.

Η τωρινή συμφωνία Κοτζιά – Ντιμιτρόφ για το «ονοματολογικό» έρχεται και με τη φιλοδοξία να γεφυρώσει και να κλείσει το χάσμα που άνοιξαν τα τελευταία 27 χρόνια ανάμεσα στις δύο κοινωνίες. Ο στόχος να συνυπάρξουν επιτέλους χωρίς νικητές και νικημένους οι δύο αυτοπροσδιορισμοί, της ελληνικής και της «άλλης» Μακεδονίας, είναι παραπάνω από θετικός και αξίζει να στηριχθεί.

Φοβάμαι όμως ότι στην αρχιτεκτονική της συμφωνίας έχουν ενσωματωθεί και στόχοι εσωτερικής πολιτικής καθεμιάς από τις δύο κυβερνήσεις:
  • Η κυβέρνηση Ζάεφ επείγεται να πετύχει μια καθαρή πολιτική νίκη απέναντι στους εθνικιστές του VMRO: χρειάζεται λοιπόν μια άμεση ψηφοφορία σε επίπεδο εκλογικού σώματος, όπου ελπίζει να επικρατήσει με διαφορά.
  • Το Μέγαρο Μαξίμου προβάλλει την εικόνα μιας διπλωματίας που υπερβαίνει τους στόχους των προηγούμενων κυβερνήσεων και «επιβάλλει τους δικούς της όρους». Παράλληλα, θέλει να κρατήσει σε εκκρεμότητα για όσο το δυνατόν περισσότερο την κύρωση της συμφωνίας από την ελληνική Βουλή, κερδίζοντας χρόνο για τους ΑΝ.ΕΛΛ. και πιέζοντας όσο το δυνατόν περισσότερο την αντιπολίτευση.

Η διπλή αυτή εσωτερική σκοπιμότητα, φαίνεται να καθορίζει σημαντικές πτυχές της συμφωνίας:
  • Στην Αθήνα, η διεκδίκηση για εκτεταμένες αλλαγές στο Σύνταγμα των γειτόνων, προβλήθηκε τώρα για πρώτη φορά. Η αποδοχή της παρουσιάζεται ως απτό θεαματικό κέρδος της ελληνικής πλευράς και πρωτοφανής διπλωματική επιτυχία διεθνώς. Αποσιωπήθηκε διακομματικά ότι οι απαραίτητες συνταγματικές αλλαγές, για σεβασμό των συνόρων και αποκλεισμό του αλυτρωτισμού, είχαν γίνει ήδη με την Ενδιάμεση Συμφωνία του 1995 από την κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου http://elawyer.blogspot.gr/2018/01/to.html
  • Στα Σκόπια, η κυβέρνηση Ζάεφ συντήρησε τη διεκδίκηση των κυβερνήσεων Γρουέφσκι για αναγνώριση και στα επίπεδα της γλώσσας και εθνότητας. Η αναγνώριση αυτή, αποτελεί το θεαματικό επιχείρημα προς τους δικούς τους αναποφάσιστους ψηφοφόρους.
  • Ο όρος για εκτεταμένες συνταγματικές αλλαγές επιτρέπει στον Ζ. Ζάεφ να δρομολογήσει άμεσα ένα δημοψήφισμα που ελπίζει να κερδίσει (με ρυθμιστή τα αλβανικά κόμματα), πιέζοντας έτσι ασφυκτικά την εθνικιστική αντιπολίτευση και περιθωριοποιώντας την πολιτικά. Η εναλλακτική επιλογή για περιορισμένη συνταγματική αλλαγή αργότερα, επικεντρωμένη στο επίσημο όνομα της χώρας, και για σύνδεση του σχετικού δημοψηφίσματος με την ευρωπαϊκή της προοπτική, θα έδινε πιθανόν ευρύτερη πλειοψηφία αλλά λιγότερα εσωτερικά πολιτικά οφέλη.

Από τεχνική και νομική άποψη η συμφωνία κλείνει με επιτυχία τις περισσότερες από τις διπλωματικές εκκρεμότητες. Η αδύνατη πλευρά της, όμως, είναι ότι παραγνωρίζει τα τραύματα και τις «ευαισθησίες» που έχουν ανοίξει, και στις δύο κοινωνίες, τα 30 σχεδόν χρόνια της διαμάχης.
  • Στο εσπευσμένο συνταγματικό δημοψήφισμα των γειτόνων, υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο το αποτέλεσμα να κριθεί από τα αλβανικά κόμματα (που στηρίζουν την κυβέρνηση και τη συμφωνία). Κάτι τέτοιο δημιουργεί έδαφος να ενισχυθούν εκεί μακροπρόθεσμα τόσο οι εθνοτικές εντάσεις όσο και ο διχασμός μεταξύ «πατριωτών» και «μειοδοτών».
  • Η de facto αποδοχή μακεδονικής γλώσσας έχει μεγάλο συμβολικό και ψυχολογικό βάρος: επικοινωνιακά, είναι το αδύνατο σημείο της συμφωνίας. Θα ήταν πολύ ευκολότερο να γίνει σταδιακά αποδεκτή στην ελληνική κοινωνία, αν συνοδευόταν από συμβολική χειρονομία εμπιστοσύνης: μπορούσε να δηλώνεται αμετάφραστη ως makedonski, ή να οριοθετείται (αμετάφραστη ή ως «μακεδονική της Βόρειας Μακεδονίας») στις σχέσεις με την Ελλάδα και στους διεθνείς οργανισμούς. Αν όντως επιβάλαμε αλλαγή συντάγματος, είναι αστείο να υπονοείται ότι δεν μπορεί να ζητηθεί μια απλή χειρονομία καλής θέλησης και να επιρρίπτονται ευθύνες στον… Μπαμπινιώτη και το μακρινό 1977.
  • Η δημοσιοποίηση, από τον Ν. Κοτζιά στη Βουλή, των εγγράφων για τη διαπραγμάτευση των προηγούμενων κυβερνήσεων, είχε στόχο να δημιουργήσει προβλήματα αξιοπιστίας στην αντιπολίτευση. Παράπλευρη απώλεια μπορεί όμως να είναι η μόνιμη ενίσχυση της ακροδεξιάς στην ελληνική κοινωνία, καθώς καλλιεργείται η εικόνα ότι «όλα τα κόμματα εξουσίας είναι προδότες».
  • Αντίστοιχο έλλειμμα υπάρχει φυσικά και στη στάση της ελληνικής αντιπολίτευσης, που μέτρησε για άλλη μια φορά τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της χώρας με αποκλειστικό κριτήριο τις ψήφους των επόμενων εκλογών και την ανάδειξη της διάστασης ΑΝ.ΕΛΛ.-ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Εδώ φαίνεται ξανά πόσο κοντόφθαλμη ήταν και η διαχρονική επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ να αντιταχθεί στην ανάδειξη των Οικολόγων Πράσινων σε ανεξάρτητη κοινοβουλευτική δύναμη, για να καταλήξει τελικά να στηρίζεται σε ένα κόμμα σαν τους ΑΝ.ΕΛΛ.

Η συμφωνία δεν είναι φυσικά μόνο ένα παιχνίδι αμοιβαίας μικροπολιτικής. Διακυβεύονται ευρύτερα γεωπολιτικά συμφέροντα, τόσο της Δύσης που επιδιώκει να ενσωματώσει τα Δυτικά Βαλκάνια στο ΝΑΤΟ και την Ε.Ε., όσο και της Ρωσίας που στηρίζει τους αντιπάλους της συμφωνίας και στις δύο χώρες για να εμποδίσει αυτή την ενσωμάτωση. Κύριο διακύβευμα όμως για τις δύο ενδιαφερόμενες χώρες είναι η υπέρβαση μιας πολύχρονης αδιέξοδης αντιπαράθεσης, που δημιουργούσε και στις δύο προβλήματα χωρίς να προσφέρει τίποτα ουσιαστικό σε καμιά τους.

Ακριβώς γι’ αυτό θα είναι πραγματική τραγωδία αν οι βραχυπρόθεσμοι μικροπολιτικοί υπολογισμοί υπονομεύσουν τελικά την επί της ουσίας μακροπρόθεσμη συμφιλίωση των δυο κοινωνιών. Ίσως η ανάγκη για μια άλλη πολιτική, που να μην υποτάσσει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα στις κοντόφθαλμες σκοπιμότητες των παιχνιδιών εξουσίας, να είναι πολύ πιο επείγουσα από ό,τι συνήθως νομίζουμε.


*Ο Γιάννης Παρασκευόπουλος είναι Νομικός, ιδρυτικό μέλος του Οικολογικού Δικτύου και των Οικολόγων Πράσινων.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο www.insider.gr